Γλωσσάρι
Τίτλος σπουδών που πιστοποιεί ότι ο κάτοχός του διαθέτει αυξημένη εξειδικευμένη γνώση σε συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο. Χορηγείται από Σχολές ή Τμήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και είναι ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης. Στις Προκηρύξεις ΑΣΕΠ ο μεταπτυχιακός τίτλος αποτελεί βαθμολογούμενο κριτήριο για τις κατηγορίες εκπαίδευσης ΠΕ και ΤΕ, εφόσον είναι αποδεκτός και περιλαμβάνεται στο σχετικό Παράρτημα της οικείας Προκήρυξης. Διακρίνεται από τον ενιαίο και αδιάσπαστο τίτλο σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master), ο οποίος μοριοδοτείται διαφορετικά. Για πλήρωση θέσεων Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού (ΕΕΠ), ο μεταπτυχιακός τίτλος και εργασιακή εμπειρία τουλάχιστον τριών (3) ετών μετά την απόκτησή του μεταπτυχιακού τίτλου αποδεικνύουν επιστημονική εξειδίκευση στο γνωστικό αντικείμενο της θέσης. Για ορισμένες θέσεις μπορεί επίσης να αποτελέσει απαραίτητο πρόσθετο προσόν. |